Μαύρο χρήμα για ασπρες μέρες 25-1-12

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

Πού το πάτε το παιδί,
το λεβέντη Καραμπέρη;
Δεν του πρέπει φυλακή,
είν’ο μόνος που θα φέρει
τη μεγάλην αλλαγή
στην ταλαίπωρή μας γη.

Είν’ο μόνος που διαθέτει,
την κατάλληλη την πείρα
και στα δύσκολ’αυτά έτη,
να αλλάξει μας τη μοίρα,
που μας μαύρισαν εκείνοι
οι πολιτικοί κρετίνοι.

Είν’αυτός που μαύρο χρήμα
θα το βρει και θα μας σώσει
να μας βγάλει απ΄το μνήμα
που μας έχουν παραχώσει
δίχως κράσο, δίχως μάσα,
δίχως φως, χωρίς ανάσα.

Κι όπως είπ’ένας παλιά
που’χε το μυαλό περίσσο
«ου στο χρήμα μυρωδιά
και γιατί να το μυρίσω;»

Μια φορά στα τόσα χρόνια
μες τη τόση καταφρόνια,
ξεπροβάλ’ένα κεφάλι
π’αναμένα έχει φυτίλια
και το κόβουνε οι άλλοι,
που κοιμούνται, από ζήλεια.

Εμπρός ρε Καραμπέρη μου με τον Εφραίμ παρέα
πάρτε των υπουργείων μας σεις μόνοι τη σημαία
βγήτε από της φυλακής τον μολυσμένο αέρα
και μαύρο χρήμα φέρτε μας να δούμε άσπρη μέρα.
25-1-12

Ο εισαγγελέας Πεπόνης 20-1-12

Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2012

(και οι υποψίες του για οικονομικές
ατασθαλίες πολιτικών)

Τα κολοκυθοειδή
που φυτρώνουν στη βουλή,
απειλούνται απ΄το πεπόνι
που γενναία ξεσπαθώνει
και τους λέει: Έχω υποψία
πως εσείς είσθ’η η αιτία
για όλων μας τη λειψυδρία.

Πού μπορεί όμως να σταθεί
να κουνήσει το σπαθί,
ο γενναίος μας ιππότης,
το πεπόνι Δον Κιχώτης;

Ξεσηκώθηκαν με φούρια,
πράσσα, βλήτα και αγγούρια
όλα πρόταξαν τα στήθια
και βοηθούν τα κολοκύθια.

Το πεπόνι μόνο μένει
κι άλλο πια δεν επιμένει.
Έχει δύσκολο αγώνα,
μέσα στον κολοκυνθώνα.

20-1-12

Μάνα και γιος 10-1-12

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2012

Ο Γιώργος πάει στη μάνα του τη γνώμη της να πάρει.
Μάνα :-Καλώς τον το λεβέντη μου τον πρωτοταξιδιάρη
Γιώργος: -Έλα ρε μάνα βόηθα με να γράψω ένα λόγο
γιατί μονάχος δεν μπορώ και τον καιρό μου τρώγω.
Μάνα:-Πολύ βαρειά μπήκ’η χρονιά, βαρύτερη θα βγει
αφού ζητάν βοήθεια της μάνας τους οι γιοί
Γιώργος:-Άσε τους άλλους μάνα μου,θα βρουν να ζήσουν τρόπο
γιατί’ταν πάντα δύσκολη η ζωή σ’αυτόν τον τόπο.

Εμένα τώρα βόηθησε, ορθός θέλω να φύγω
μα και σε θέση υψηλή να μείνω ακόμα λίγο.
Μάνα:-Πώς να σταθείς τώρα ορθός σε θέση υψηλή,
που κάτ’απ’τα ποδάρια σου πάει πέρα-δώθε η γη;.
Γιώργος:-Εγώ δε νοιώθω κούνημα,μα θέλω μόνο μήνυμα
να στείλω αμέσως στο λαό πως είν’δώ το Κίνημα.
Μάνα:-Το Κίνημά σας θάν’εδώ, μα ο λαός πού θα’ναι;
Οι σύμβουλοί σου οι εκατό γνωρίζουν πού τον πάνε;
Γιώργος :-Ο ένας μου φωνάζει ναι,ο άλλος λέει όχι,
κοντά τους χάνει ο άνθρωπος το μυαλουδάκι πο’χει.
Εσύ’ σαι όμως μάνα μου μα είσαι και γυναίκα
κι έχεις περσσότερο μυαλό από εκατό και δέκα.
Μάνα : -Αχ τέτοια λόγια να’κουγα παιδί μου κι απ’τον άλλο!
Σου λέω ένα ευχαριστώ πολύ, πολύ μεγάλο.
Λοιπόν θα πεις στο λόγο σου κουβέντες του αέρα,
που θα τις πάρει ο άνεμος,να φύγουνε ‘σαπέρα.
Να πεις για την ανάπτυξη την πράσινη, παιδί μου.
Γιώργος:-Ποια πράσινη ρε μάνα μου, που μαύρισε η ψυχή μου!
Μάνα:-Για ταξιτζήδες δε θα πεις, για φορτηγά επίσης,
για φαρμακεία και γιατρούς το στόμα σου θα κλείσεις.
Θα πεις για χώρα και λαό αλλά με γενικότητες,
γιατί έχω μάθει του λαού αυτού τις ιδιότητες.
Το εκιού του είναι χαμηλό και ασθενής η μνήμη.
Το ξέρουν όλοι οι υπουργοί που’χαν μεγάλη φήμη,
γι’αυτό και του κατάκλεψαν μπακίρια και ασήμι.
Αν πεις πως υποψήφιος θα ξαναείσαι πάλι,
θα αντιδράσουνε πολλοί, μικροί μα και μεγάλοι.
Γιώργος: -Έχω μια φράση επ’αυτού,πολύ θα την σκεφτούνε.
Θα κάμω το καθήκον μου, θα πω, να μπερδευτούνε.
Μάνα: -Τώρα μιλάς σαν έλληνας πολιτικάντης,.μπράβο.
Πες μου τι άλλα σκέφτεσαι, αρχίζω και ανάβω.

Ο Γιώργος σηκώνεται και αρχίζει να μιλά
σαν να απευθύνεται στο λαό.

-Εβλέπαμε τη χώρα μας σαν πλοίο να βουλιάζει
κι ο ικανός μου υπουργός απ’τα μαλλιά τ’αρπάζει..
Μάνα: -Έχουν τα πλοία και μαλλιά;
Γιώργος: -Το πήρα απ’τον Καβομαλλιά
και το’πα ως παρομοίωση.Το κόλπο αυτό το κάνω
να θυμηθώ το κούρεμμα στο λόγο μου επάνω.

Πείτε μου ποιος πρωθυπουργός σ’όλη την οικουμένη.
πέτυχε τέτοιο δάνειο μεγάλο, που θα μένει
στη χώρα τούτη τη μικρή, για όλους τους αιώνας,
όπως οι στήλες του Διός κι όπως ο Παρθενώνας;
Ποιος να κουρέψει μπόρεσε το πιο μεγάλο χρέος
και γρήγορα διπλάσιο να γίνει; Είναι τυχαίος;
Βεβαίως περνάμε σήμερα πολύ δύσκολες ώρες
κι οι νέοι μας ξενιτεύονται και πάνε σ’άλλες χώρες.
Πάτε λεβέντες στο καλό αλλά εγώ εδώ’μαι
και εισιτήρια επιστροφής να στείλω εγγυώμαι,
γιατί θα μείνετε εκεί μόνο δυο-τρία χρόνια
μα όταν θα γυρίσετε ας φέρτε και …τ’αγγόνια.
Και φέρνω για παράδειγμα προσωπικά εμένα,
που’ρθα με τη φαμίλια μου από τα μαύρα ξένα,
γιατί δεν εξεχάσαμε την ένδοξή μας γη,
που γίναμε παππούς, γονιός και γιος πρωθυπουργοί…

Ενώ ο Γιώργος συνεχίζει τις μπουρδολογίες
η μάνα φεύγει ψυθιρίζοντας:

Καλά το λέγαν κάποτε οι Γάλλοι οι φωτισμένοι:
Τρεις Λουδοβίκοι στη σειρά, λειψός ο τρίτος βγαίνει.
10-1-12

Τα κάλαντα του Γιώργου 31-12-11

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2011

(Ο Γιώργος στέκεται μπροστά σ’ένα καθρέφτη
να πει τα κάλαντα στον εαυτό του μα…)

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά κι αρχή κακός μου χρόνος…
(Μα αμέσως αλλαξοστράτισε)
Γιατί έχομε πρωτοχρονιά στη μέση του χειμώνος;
Την απορία μου αυτή από μικρός την είχα,
που κάθε πρώτη της χρονιάς υπόφερα από βήχα.
Παρόμοια ερωτήματα πολύ μ’απασχολούσαν
κι οι άσχετοι που μ’άκουγαν την κεφαλή κουνούσαν.
Γιατί κατά την μέτρηση αρχίζομ’απ’το ένα,
αφού απ’το ένα πιο μπροστά υπάρχει το κανένα;
Σε τέτοιες δύσκολες στιγμές του φωτεινού νοός μου
που’βλεπε τα προβλήματα της γης κι όλου του κόσμου
και δε φαινόταν πουθενά αχτίδα κάποιας λύσης,
μία φωνή, μου έλεγε: -Συ μόνος θα τα λύσεις.
Θ’αρχίσεις απ’τα χαμηλά και εύκολα βεβαίως,
θα φύγεις απ’ Αμερική, θα γίνεις ευρωπαίος,
θα πας να εγκατασταθείς στη γη τη ελληνίδα,
που ήταν του πατέρα σου παλιότερα πατρίδα,
και τώρα ζει ένας λαός με χαμηλό εκιού,
γιατί μ’αλεύρι τρέφεται φτηνού καλαμποκιού,
κι ως έλεγε ο πατέρας σου χορταίναν με μπομπότα,
από εκεί Γιωργάκη μου θ’αρχίσεις πρώτα-πρώτα.
Θα πλύνεις πιάτα στην αρχή,σχολεία θα καθαρίσεις,
να μάθεις λίγα ελληνικά, παιδεία ν’αποκτήσεις.
Εκεί απ’τον πατέρα σου θα γίνεις υπουργός
κι από ευκολόπιστο λαό θα βγεις πρωθυπουργός.
Αν, να διαλέξεις υπουργούς καλούς, δε θα μπορέσεις
σε δύο-τρία τέρμινα, στα σίγουρα θα πέσεις.
Κι έπεσα όπως πέφτουνε τα χαλασμέν’αχλάδια
γιατί οι υπουργοί που έβαλα ήταν πολύ στραβάδια.

Ποτέ μου δεν ξεχώρισα το έλλειμμα απ’το χρέος
κι αυτό ήταν το αδύνατο σημείο μου βεβαίως.

Μα οι υπουργοί μου έφταιξαν για το δικό μου πέσιμο,
και αν μπορούσα σήμερα θα τρώγαν ένα…δέσιμο!!

Μα είμαι όπως πάντοτε με απορίες γεμάτος:
Σε κάθε μας κατήφορο υπάρχει κάποιος πάτος;
Ήμουν εγώ πρωθυπουργός ή ήμουν ναι και νο
κι όλοι αλωνίζαν να στηθεί το χάος το κενό;
Γιατί αντεξουσιαστής και να’χω εξουσία;
(για εξυπνάδα το’πα αυτό ή απ’ανοησία;)
Γιατί το δημοψήφισμα τ’αποφασίζω εγώ
και βγαίνει ξένος πρόεδρος και λέει: -Το καταργώ;
Γιατί δεν είμαι ο ίδιος που ήμουνα προ έτους;
Γιατί να έχω μέσα μου απόψεις αντιθέτους;
Πώς τα’βλεπα όλα πράσινα στη γαλανή μας χώρα
και τώρα,ζώντα κι άψυχα τα βλέπω μαυροφόρα;
Αφού μου είπαν κι εμαθα ποια είναι η αλήθεια
γιατί να λέω ψέμματα και άλλα παραμύθια;
Άλλοι με παραιτήσανε ή έφυγα μονάχος;
Πλειοψηφία έχοντας, γιατί έφυγα ο βλάχος;

Γιατί ένας χρόνος έρχεται κι ο άλλος μένει πίσω;
Και πότε θα τον ξαναβρώ για να τον ξαναζήσω,
να κάμω όσα δεν έκαμα κι όσα έκαμα να σβήσω;
Πώς στο ριπλέι να ξαναμπώ,πατώντας το κουμπί;
Ω μάι Γκοτ, στη χώρα αυτή, του μπη όρ νοτ του μπη;

Ένας άνεργος: Αν σ’έβρισκα, θα σου’λεγα το ποιο και που θα μπει.

Και ξάφνου ακούστηκε η φωνή λαού με ένα στόμα:
Θεέ μου με τέτοιους αρχηγούς πώς ζούμε εδώ ακόμα;
31-12-11

Μια δύσκολη γέννα 8-11-11

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2011

Η έγκυος Βουλή πονά τρεις μέρες και μουγκρίζει,
της μήτρας σπάσαν τα νερά και να συσπάται αρχίζει.
Με μια παρθενογένεση πρωθυπουργός θα βγει,
γυναικολόγοι ειν’δυο γιατροί κομμάτων αρχηγοί..
Με υπερήχους βλέπουνε ,αργόσυρτη τη γέννεση,
δε θέλουνε καισαρική, γι’αυτό και κάνουν ένεση.

Τον ντόκτορ Τόνυ ερωτώ: -Τι βλέπεις ρε παιδί μου;
-Βλέπω να μοιάζει το μωρό του φίλου Παπαδήμου.
Κι ο ντόκτορ Τζώρτζης απαντά: -Είν’το πεδίο σκούρο,
πολύ θολό, μου φαίνεται πως βλέπω Διαμαντούρο.
Κι η Μέρκελ εσχολίασε: -Περίπτωσις διδύμων.
Θα’χουμε δυο πρωθυπουργούς :Λουκάν και Παπαδήμον.

Ο Βενιζέλος βρίσκεται κι αυτός στο μαιευτήριο
και λέει με ύφος σοβαρό μα και πολύ μυστήριο:
-Θαρρώ, πως αν παραταθεί η δυστοκία συτή,
θα φέρω εγώ πρωθυπουργό συρμένο απ’τ’αυτί.

Πατέρας και παιδί 7-11-11

Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2011

Παιδί: -Γιατί χαμογελάς πατέρα,
που ξημέρωσε Δευτέρα
η εβδόμη του Νοέβρη;
Ποια χαρά σε έχει εύρει;

Πατέρας: -Γελώ, γιατί προσμένουμε κυβέρνηση κοινή
κι όλα τα κομματόσκυλα τα κλειστήκαν στο μαντρί,
το’να τα’άλλο να δαγκώνει
και κανείς να μην ιδρώνει.
Γελώ γιατί γλυτώσαμε απ’τη χρεοκοπία,
χωρίς χαράτσια άλλα πια, χωρίς φορολογία,
Θα πάω για ύπνο ήσυχος με δίχως το πρωί
να τρέμω μη μου κόψει το ρεύμα η ΔΕΗ.
Γελώ γιατί θ’αρχίσουνε χιλιάδες οι δουλειές
κι ανέργους πια δε θα’χουνε και χρέη οι φαμελιές.
Θα ξαναξεκινήσουνε τα έργα τα μεγάλα,
θα’ν τα παιχνίδια τίμια, κυρίως με τη μπάλα,
θα φέρουν πίσω τα λεφτά οι φοροκλέφτες όλοι
και θα γεμίσει με ευρώ το κάθε πορτοφόλι.
Γελώ λοιπόν για όλα αυτά κι άλλα που δε θυμάμαι,
…μα σήμερα όμως σίγουρα δεν έχομε να φάμε.

Παιδί: -Ήξερα πως αλτσχάιμερ, παθαίνουν τα γερόντια,
που’χουν τα χρόνια τους πολλά και λιγοστά τα δόντια.
Φαίνεται, πως η άνοια απ’τα πολλά τα ζόρια
χτυπάει και τα μεσήλικα κορίτσια και αγόρια.
Πάντως σε παραδέχομαι για ένα μόνο πράμα:
Στης απιστίας τον καιρό, συ καρτερείς το θάμα.
7-11-11

Μάνα και παιδί 3-11-11

Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2011

Κάθε φορά που το παιδί δυσκολεύεται, πάει και βρίσκει το πιο τρυφερό αποκούμπι που έχει στον κόσμο, τη μάνα και της λέει τους καημούς του.

Γιώργος:
Σαν το χαλάζι πέφτουν τα βόλια
και από ξένους κι από δικούς,
βάστα καρδιά μου φτωχή και δόλια
που ζεις μ’ανθρώπους τόσο κακούς.

Όλοι έχουν πέσει για να με φάνε,
γιατί με βρήκαν και μαλακό,
οι συνεργάτες με κυνηγάνε
που από μένα είδαν καλό.
Απότομα:
Μα έχω μεγάλο πολύ το πείσμα,
είναι ο νους μου πολύ λαμπρός,
και αν ακόμη μου κάνουν κλύσμα
θα οπισθοχωρήσω… προς τα εμπρός.

Μάργκαρετ:
Ακούς παιδί μου αυτά που λες;
Μωρό μου νοιώθεις τι κάνεις τώρα;
Μήπως οι έγνοιες σου είναι πολλές;
Στα γόνατά μου κάθισε τώρα.
Θα σου πω ένα παραμύθι:
Μια φορά κι ένα καιρό
το μικρό μου αποκοιμήθη
κι είδε όνειρο πικρό.
Βλέπει να’ναι μυρμηγκάκι,
μα αυτό θέλει να πετά,
κι η ευχή του σε λιγάκι,
πιάνει κι έβγαλε φτερά.
Ανεβαίνει πα στα χόρτα,
κάνει βηματάκια λίγα,
κάτω αφήνει πια το χώμα,
μα η χαζή μυγοσκοτώστρα
το επέρασε για μύγα
και το κάνει αμέσως λυώμα.

Μα εσύ’σαι αετός,σαΐνι
που σου πρέπουν πολλά «ζήτω».
(σκεφτική)
Μήπως έγκυος είχα μείνει
όταν μύρισα ένα βλήτο;
3-11-11

Aυτοκριτική αυτιστική 1-11-11

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2011

Γιώργος: -Ήξερα πως ήμουνα μεγάλος,
μα δεν το πίστευα πως ήμουν τόσο,
που να μπορώ όσο κανένας άλλος
τη γη μεμιάς ν’αναστατώσω.

Μ’ένα μου κίνημα
λύνεται η ευρωζώνη,
μ’ένα μου μήνυμα
πέφτει και το παντελόνι
των πασάδων ευρωφόρων
και λαών λιμοκοντόρων.

Χαμογελώ κι οι βουλευτές μου ψέλνουν νικητήρια,
μιλώ, απειλώ και πέφτουνε σειρά χρηματιστήρια.
Κανείς Τρισέ ή Σαρκοζί ή Μέρκελ ή Ομπάμα
με μια τους λέξη βραδυνή εκάμαν τέτοιο θάμα.

Είμ’ο Γιώργος ο μεγάλος,ο ωραίος,
είμαι το παιδί το γελαστό,
που μου κόβουνε ακόμα και το χρέος
και μου λεν κι ευχαριστώ.

Ένας πολίτης: Παλιός ο λόγος και γνωστός σ’όλη την οικουμένη:
Τρεις Λουδοβίκοι στη σειρά,χαζός ο τρίτος βγαίνει

1-11-11

Συνέντευξη Πρωθυπουργού και αντιπροέδρου 27-10-11

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2011

μετά τη διάσκεψη κορυφής για το χρέος

Δημοσιογράφος: -Πρωθυπουργέ, τι πέτυχες κει πέρα στις Βρυξέλλες
που ήτανε μπαρμπέρηδες και δυο ωραίες κοπέλλες;
Πρωθυπουργός: -Η μία ήταν όμορφη, η άλλ’ήταν στρυφνή
και μ’ανεβοκατέβαζε στο πιο στενό σκαμνί.
Κρατούσε στ’άγριο χέρι της με πείσμα το ψαλίδι
και τρείς φορές κινδύνεψα να χάσω το’να φρύδι.
Η άθλια λοξοκοίταζε και το μουστάκι ακόμα,
μα να μιλώ δεν μ’άφηναν, μου κλείσανε το στόμα.
Βεβαίως ήταν δίπλα μου κι ο κύριος Βενιζέλος
ωσότου το μαρτύριο επήρε ένα τέλος.
Οι βόρειοι σιχαίνονται τις ελληνίδες τρίχες
κι ας έχουν άλλοι νότιοι μακριά μαλλιά δυο πήχες.
Μου κόψαν τα μισά μαλλιά απ’τη λευκή μου κόμη
χωρίς καν να ζητήσουνε την ταπεινή μου γνώμη.
Θ’αερίζεται έτσι πιο καλά, μου είπαν,το κεφάλι,
μα θέλει όμως προσοχή μη μεγαλώσουν πάλι.
Γι’αυτό θα στείλουν δίπλα μου μονίμως μπαρμπεράκια
να βλέπουν άλλοι τα μαλλιά και άλλοι τα μουστάκια.
Φοβάμαι μην ελέγχουνε το τριχωτό μου όλο
και ψάξουν και ξυρίσουνε ακόμα και τον κώλο.
Δημοσιογράφος στον Βενιζέλο:
-Κυρ υπουργέ υποφέρουνε δω πέρα όλοι οι τόποι
κι εσείς πάτε για ξύρισμα και τα λοιπά σ’Ευρώπη;
Βενιζέλος:-Μιλάει με παραβολές κάθε σοφό κεφάλι,
να μη μπορούν, τα λόγια του να διαστρεβλώνουν άλλοι.
27-10-11

Οραματισμοί του γέροντα Πανίσιου 20-10-11

Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2011

Ο γέροντας Απόστολος επισκέπτεται τον γέροντα Πανίσιο στο κελί του.
Τον βρίσκει να κοιμάται. Βαθύ ροχαλητό. Πάνω στο γραφείο του είναι ένα
τετράδιο που γράφει: Οραματισμοί του γέροντα Πανίσιου. Το ανοίγει και άρχισε να
διαβάζει αυτά που έγραψε πριν κοιμηθεί ο γέροντας:

…Βλέπω το Γιώργο βασιλιά, άνδρα σοφόν και ρήτορα
και βλέπω δίπλα την Μιμή σεμνήν βασιλομήτορα.

…Θα αδειάσουνε οι τράπεζες Αμερικής κι Ευρώπης
και θα γεμίσει η Πειραιώς, Φαρσάλων και Ροδόπης.

…Όλες οι βρύσες έχουνε κανάλια τρία μεγάλα
και τρέχει ασταμάτητα νερό, κρασάκι, γάλα….

Σταμάτησε το διάβασμα και το μάτι του έπεσε σε μια νταμιζάνα
που την έφεραν χθες δυο καλογέροι, γεμάτη κόκκινο μοσχάτο.
Η νταμιζάνα ήταν άδεια τώρα.

Την άλλη μέρα τον επισκέφτηκε πάλι. Ήταν ήρεμος, γαλήνιος είχε ανοίξει
το τετράδιο κι ήταν σκυμμένος πάνω στο χαρτί. Μουτζούρωσε όσα έγραψε χθες
και βυθισμένος στους οραματισμούς του άρχισε να γράφει:

…Βλέπω, θηλάζει ένα μωρό της μάνας το βυζί
…κι ο ΣΔΟΕ ζητάει απόδειξη σα να΄ναι μαγαζί.

…Βλέπω μια μπότα φοβερή που μας πατάει στο στήθος..
-Φέρε κρασί Απόστολε κι ο κόσμος είναι .. μύθος.

Πετάει την πένα και πάει και φέρνει μια νταμιζάνα που την είχε κρυμμένη για ώρα ανάγκης.
Την άδειασαν σε λίγα λεπτά.
Τι βλέπεις τώρα γέροντα; Ρωτάει ο Απόστολος. Γράψε.
Ο Πανίσιος γράφει.

-Βλέπω πολύ καλά τώρα,
Την κάθε πόλη καθαρή στο ηλιοφώς να λάμπει
να δένουνε χρυσούς καρπούς και τα βουνά κι οι κάμποι.

Εσύ τι βλέπεις Απόστολε;
Ο Απόστολος γράφει:
-Βλέπω γαλέρες να’ρχονται καλούδια φορτωμένες,
με ζώνουνε δυο κοπελιές αχ αχ καταραμένες, ευλογημένες. (διαγράφεται το καταραμένες)
20-10-11


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.