Πού’σαι πατέρα να με δεις, ψηλά πώς ανεβαίνω
και φτιάχνω του ευκολόπιστου λαού το πεπρωμένο.
Την παροιμία έσβησα που ισχύει στην οικουμένη:
“Τρεις Λουδοβίκοι στη σειρά, μικρός ο τρίτος βγαίνει”
Κανένας δεν το πίστευε το ό,τι αξίζω τόσο
κι ότι μπορώ τη δεύτερη πατρίδα μου να σώσω.
Μα αν θα σωθεί ή θα χαθεί, ένας θεός το ξέρει
κι ας βάλουν το χεράκι τους πεντέξι καλογέροι,
γιατί ακούω στον ύπνο μου καμπάνες και κουδούνια
και βλέπω και στον ξύπνο μου τον καπετάν Αλμούνια
να βάνει ένα δίκοπο στο σβέρκο μου σπαθί
και ας τολμήσει ο τράχηλος να στρίψει αν μπορεί.
Με τον Σημίτη, φάδερ μου, καθάρισα εντελώς
γιατί τα υπονοούμενα δεν λέει αφελώς.
Νέους και νέες έβαλα κοντά μου συνεργάτες,
γιατί το έργο απαιτεί γερά πόδια και πλάτες
κι ελπίζω να’χουν και μυαλό στα υγιή τους σώματα
αν και υπάρχει έλλειψη σχεδόν σ’όλα τα κόμματα.
Αναχωρώ για Αμερική προτού βάλω το στέμμα,
να δω τι θα ζητήσουνε σε γη, νερό και αίμα.
Το ό,τι θέλουν γλύψιμο κανείς δεν αμφιβάλλει,
μα πόσο βαθύ σκύψιμο θα κάνει το κεφάλι,
που θ’αγριέψει και αυτός ο Παπαθεμελής
και για το μακεδονικό θα μπει επικεφαλής;
Σκαλί-σκαλί, σπειρί-σπειρί κερδίζω τον αγώνα
κι ας τρώγω κάπου κάποτε και λίγα δακρυγόνα.
Νίκησα στον εμφύλιο που είχα μες στο κόμμα
με αντιπάλους δύσκολους, με την ψυχή στο στόμα.
Νέα σελίδα, όπως λεν, στη χώρα μας γυρίζω,
διότι τον Καραμανλή στα σίγουρα κερδίζω.
Αυτός αν κι έκαμε σπουδές πιο πέρα από το λύκειο,
τίποτα δεν κατάφερε…μηδέν στο πηλήκιο.’’
Και του πατέρα η ψυχή που βρίσκεται στα ύψη
το τελευταίο ακούοντας, ψιθύρισε με θλίψη:
- Κουράστηκα τα ελληνικά να βάλω στο τσερβέλο σου,
μα τίποτα δεν έγινε…μηδέν μες στο καπέλο σου.
27-09-2009