Παιδί: -Γιατί χαμογελάς πατέρα,
που ξημέρωσε Δευτέρα
η εβδόμη του Νοέβρη;
Ποια χαρά σε έχει εύρει;
Πατέρας: -Γελώ, γιατί προσμένουμε κυβέρνηση κοινή
κι όλα τα κομματόσκυλα τα κλειστήκαν στο μαντρί,
το’να τα’άλλο να δαγκώνει
και κανείς να μην ιδρώνει.
Γελώ γιατί γλυτώσαμε απ’τη χρεοκοπία,
χωρίς χαράτσια άλλα πια, χωρίς φορολογία,
Θα πάω για ύπνο ήσυχος με δίχως το πρωί
να τρέμω μη μου κόψει το ρεύμα η ΔΕΗ.
Γελώ γιατί θ’αρχίσουνε χιλιάδες οι δουλειές
κι ανέργους πια δε θα’χουνε και χρέη οι φαμελιές.
Θα ξαναξεκινήσουνε τα έργα τα μεγάλα,
θα’ν τα παιχνίδια τίμια, κυρίως με τη μπάλα,
θα φέρουν πίσω τα λεφτά οι φοροκλέφτες όλοι
και θα γεμίσει με ευρώ το κάθε πορτοφόλι.
Γελώ λοιπόν για όλα αυτά κι άλλα που δε θυμάμαι,
…μα σήμερα όμως σίγουρα δεν έχομε να φάμε.
Παιδί: -Ήξερα πως αλτσχάιμερ, παθαίνουν τα γερόντια,
που’χουν τα χρόνια τους πολλά και λιγοστά τα δόντια.
Φαίνεται, πως η άνοια απ’τα πολλά τα ζόρια
χτυπάει και τα μεσήλικα κορίτσια και αγόρια.
Πάντως σε παραδέχομαι για ένα μόνο πράμα:
Στης απιστίας τον καιρό, συ καρτερείς το θάμα.
7-11-11