(Ο Γιώργος στέκεται μπροστά σ’ένα καθρέφτη
να πει τα κάλαντα στον εαυτό του μα…)
Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά κι αρχή κακός μου χρόνος…
(Μα αμέσως αλλαξοστράτισε)
Γιατί έχομε πρωτοχρονιά στη μέση του χειμώνος;
Την απορία μου αυτή από μικρός την είχα,
που κάθε πρώτη της χρονιάς υπόφερα από βήχα.
Παρόμοια ερωτήματα πολύ μ’απασχολούσαν
κι οι άσχετοι που μ’άκουγαν την κεφαλή κουνούσαν.
Γιατί κατά την μέτρηση αρχίζομ’απ’το ένα,
αφού απ’το ένα πιο μπροστά υπάρχει το κανένα;
Σε τέτοιες δύσκολες στιγμές του φωτεινού νοός μου
που’βλεπε τα προβλήματα της γης κι όλου του κόσμου
και δε φαινόταν πουθενά αχτίδα κάποιας λύσης,
μία φωνή, μου έλεγε: -Συ μόνος θα τα λύσεις.
Θ’αρχίσεις απ’τα χαμηλά και εύκολα βεβαίως,
θα φύγεις απ’ Αμερική, θα γίνεις ευρωπαίος,
θα πας να εγκατασταθείς στη γη τη ελληνίδα,
που ήταν του πατέρα σου παλιότερα πατρίδα,
και τώρα ζει ένας λαός με χαμηλό εκιού,
γιατί μ’αλεύρι τρέφεται φτηνού καλαμποκιού,
κι ως έλεγε ο πατέρας σου χορταίναν με μπομπότα,
από εκεί Γιωργάκη μου θ’αρχίσεις πρώτα-πρώτα.
Θα πλύνεις πιάτα στην αρχή,σχολεία θα καθαρίσεις,
να μάθεις λίγα ελληνικά, παιδεία ν’αποκτήσεις.
Εκεί απ’τον πατέρα σου θα γίνεις υπουργός
κι από ευκολόπιστο λαό θα βγεις πρωθυπουργός.
Αν, να διαλέξεις υπουργούς καλούς, δε θα μπορέσεις
σε δύο-τρία τέρμινα, στα σίγουρα θα πέσεις.
Κι έπεσα όπως πέφτουνε τα χαλασμέν’αχλάδια
γιατί οι υπουργοί που έβαλα ήταν πολύ στραβάδια.
Ποτέ μου δεν ξεχώρισα το έλλειμμα απ’το χρέος
κι αυτό ήταν το αδύνατο σημείο μου βεβαίως.
Μα οι υπουργοί μου έφταιξαν για το δικό μου πέσιμο,
και αν μπορούσα σήμερα θα τρώγαν ένα…δέσιμο!!
Μα είμαι όπως πάντοτε με απορίες γεμάτος:
Σε κάθε μας κατήφορο υπάρχει κάποιος πάτος;
Ήμουν εγώ πρωθυπουργός ή ήμουν ναι και νο
κι όλοι αλωνίζαν να στηθεί το χάος το κενό;
Γιατί αντεξουσιαστής και να’χω εξουσία;
(για εξυπνάδα το’πα αυτό ή απ’ανοησία;)
Γιατί το δημοψήφισμα τ’αποφασίζω εγώ
και βγαίνει ξένος πρόεδρος και λέει: -Το καταργώ;
Γιατί δεν είμαι ο ίδιος που ήμουνα προ έτους;
Γιατί να έχω μέσα μου απόψεις αντιθέτους;
Πώς τα’βλεπα όλα πράσινα στη γαλανή μας χώρα
και τώρα,ζώντα κι άψυχα τα βλέπω μαυροφόρα;
Αφού μου είπαν κι εμαθα ποια είναι η αλήθεια
γιατί να λέω ψέμματα και άλλα παραμύθια;
Άλλοι με παραιτήσανε ή έφυγα μονάχος;
Πλειοψηφία έχοντας, γιατί έφυγα ο βλάχος;
Γιατί ένας χρόνος έρχεται κι ο άλλος μένει πίσω;
Και πότε θα τον ξαναβρώ για να τον ξαναζήσω,
να κάμω όσα δεν έκαμα κι όσα έκαμα να σβήσω;
Πώς στο ριπλέι να ξαναμπώ,πατώντας το κουμπί;
Ω μάι Γκοτ, στη χώρα αυτή, του μπη όρ νοτ του μπη;
Ένας άνεργος: Αν σ’έβρισκα, θα σου’λεγα το ποιο και που θα μπει.
Και ξάφνου ακούστηκε η φωνή λαού με ένα στόμα:
Θεέ μου με τέτοιους αρχηγούς πώς ζούμε εδώ ακόμα;
31-12-11
Ετικέτες: πρωτοχρονιά, Γιώργος, κάλαντα