Ο Γιώργος πάει στη μάνα του τη γνώμη της να πάρει.
Μάνα :-Καλώς τον το λεβέντη μου τον πρωτοταξιδιάρη
Γιώργος: -Έλα ρε μάνα βόηθα με να γράψω ένα λόγο
γιατί μονάχος δεν μπορώ και τον καιρό μου τρώγω.
Μάνα:-Πολύ βαρειά μπήκ’η χρονιά, βαρύτερη θα βγει
αφού ζητάν βοήθεια της μάνας τους οι γιοί
Γιώργος:-Άσε τους άλλους μάνα μου,θα βρουν να ζήσουν τρόπο
γιατί’ταν πάντα δύσκολη η ζωή σ’αυτόν τον τόπο.
Εμένα τώρα βόηθησε, ορθός θέλω να φύγω
μα και σε θέση υψηλή να μείνω ακόμα λίγο.
Μάνα:-Πώς να σταθείς τώρα ορθός σε θέση υψηλή,
που κάτ’απ’τα ποδάρια σου πάει πέρα-δώθε η γη;.
Γιώργος:-Εγώ δε νοιώθω κούνημα,μα θέλω μόνο μήνυμα
να στείλω αμέσως στο λαό πως είν’δώ το Κίνημα.
Μάνα:-Το Κίνημά σας θάν’εδώ, μα ο λαός πού θα’ναι;
Οι σύμβουλοί σου οι εκατό γνωρίζουν πού τον πάνε;
Γιώργος :-Ο ένας μου φωνάζει ναι,ο άλλος λέει όχι,
κοντά τους χάνει ο άνθρωπος το μυαλουδάκι πο’χει.
Εσύ’ σαι όμως μάνα μου μα είσαι και γυναίκα
κι έχεις περσσότερο μυαλό από εκατό και δέκα.
Μάνα : -Αχ τέτοια λόγια να’κουγα παιδί μου κι απ’τον άλλο!
Σου λέω ένα ευχαριστώ πολύ, πολύ μεγάλο.
Λοιπόν θα πεις στο λόγο σου κουβέντες του αέρα,
που θα τις πάρει ο άνεμος,να φύγουνε ‘σαπέρα.
Να πεις για την ανάπτυξη την πράσινη, παιδί μου.
Γιώργος:-Ποια πράσινη ρε μάνα μου, που μαύρισε η ψυχή μου!
Μάνα:-Για ταξιτζήδες δε θα πεις, για φορτηγά επίσης,
για φαρμακεία και γιατρούς το στόμα σου θα κλείσεις.
Θα πεις για χώρα και λαό αλλά με γενικότητες,
γιατί έχω μάθει του λαού αυτού τις ιδιότητες.
Το εκιού του είναι χαμηλό και ασθενής η μνήμη.
Το ξέρουν όλοι οι υπουργοί που’χαν μεγάλη φήμη,
γι’αυτό και του κατάκλεψαν μπακίρια και ασήμι.
Αν πεις πως υποψήφιος θα ξαναείσαι πάλι,
θα αντιδράσουνε πολλοί, μικροί μα και μεγάλοι.
Γιώργος: -Έχω μια φράση επ’αυτού,πολύ θα την σκεφτούνε.
Θα κάμω το καθήκον μου, θα πω, να μπερδευτούνε.
Μάνα: -Τώρα μιλάς σαν έλληνας πολιτικάντης,.μπράβο.
Πες μου τι άλλα σκέφτεσαι, αρχίζω και ανάβω.
Ο Γιώργος σηκώνεται και αρχίζει να μιλά
σαν να απευθύνεται στο λαό.
-Εβλέπαμε τη χώρα μας σαν πλοίο να βουλιάζει
κι ο ικανός μου υπουργός απ’τα μαλλιά τ’αρπάζει..
Μάνα: -Έχουν τα πλοία και μαλλιά;
Γιώργος: -Το πήρα απ’τον Καβομαλλιά
και το’πα ως παρομοίωση.Το κόλπο αυτό το κάνω
να θυμηθώ το κούρεμμα στο λόγο μου επάνω.
Πείτε μου ποιος πρωθυπουργός σ’όλη την οικουμένη.
πέτυχε τέτοιο δάνειο μεγάλο, που θα μένει
στη χώρα τούτη τη μικρή, για όλους τους αιώνας,
όπως οι στήλες του Διός κι όπως ο Παρθενώνας;
Ποιος να κουρέψει μπόρεσε το πιο μεγάλο χρέος
και γρήγορα διπλάσιο να γίνει; Είναι τυχαίος;
Βεβαίως περνάμε σήμερα πολύ δύσκολες ώρες
κι οι νέοι μας ξενιτεύονται και πάνε σ’άλλες χώρες.
Πάτε λεβέντες στο καλό αλλά εγώ εδώ’μαι
και εισιτήρια επιστροφής να στείλω εγγυώμαι,
γιατί θα μείνετε εκεί μόνο δυο-τρία χρόνια
μα όταν θα γυρίσετε ας φέρτε και …τ’αγγόνια.
Και φέρνω για παράδειγμα προσωπικά εμένα,
που’ρθα με τη φαμίλια μου από τα μαύρα ξένα,
γιατί δεν εξεχάσαμε την ένδοξή μας γη,
που γίναμε παππούς, γονιός και γιος πρωθυπουργοί…
Ενώ ο Γιώργος συνεχίζει τις μπουρδολογίες
η μάνα φεύγει ψυθιρίζοντας:
Καλά το λέγαν κάποτε οι Γάλλοι οι φωτισμένοι:
Τρεις Λουδοβίκοι στη σειρά, λειψός ο τρίτος βγαίνει.
10-1-12