Ο γέροντας Απόστολος επισκέπτεται τον γέροντα Πανίσιο στο κελί του.
Τον βρίσκει να κοιμάται. Βαθύ ροχαλητό. Πάνω στο γραφείο του είναι ένα
τετράδιο που γράφει: Οραματισμοί του γέροντα Πανίσιου. Το ανοίγει και άρχισε να
διαβάζει αυτά που έγραψε πριν κοιμηθεί ο γέροντας:
…Βλέπω το Γιώργο βασιλιά, άνδρα σοφόν και ρήτορα
και βλέπω δίπλα την Μιμή σεμνήν βασιλομήτορα.
…Θα αδειάσουνε οι τράπεζες Αμερικής κι Ευρώπης
και θα γεμίσει η Πειραιώς, Φαρσάλων και Ροδόπης.
…Όλες οι βρύσες έχουνε κανάλια τρία μεγάλα
και τρέχει ασταμάτητα νερό, κρασάκι, γάλα….
Σταμάτησε το διάβασμα και το μάτι του έπεσε σε μια νταμιζάνα
που την έφεραν χθες δυο καλογέροι, γεμάτη κόκκινο μοσχάτο.
Η νταμιζάνα ήταν άδεια τώρα.
Την άλλη μέρα τον επισκέφτηκε πάλι. Ήταν ήρεμος, γαλήνιος είχε ανοίξει
το τετράδιο κι ήταν σκυμμένος πάνω στο χαρτί. Μουτζούρωσε όσα έγραψε χθες
και βυθισμένος στους οραματισμούς του άρχισε να γράφει:
…Βλέπω, θηλάζει ένα μωρό της μάνας το βυζί
…κι ο ΣΔΟΕ ζητάει απόδειξη σα να΄ναι μαγαζί.
…Βλέπω μια μπότα φοβερή που μας πατάει στο στήθος..
-Φέρε κρασί Απόστολε κι ο κόσμος είναι .. μύθος.
Πετάει την πένα και πάει και φέρνει μια νταμιζάνα που την είχε κρυμμένη για ώρα ανάγκης.
Την άδειασαν σε λίγα λεπτά.
Τι βλέπεις τώρα γέροντα; Ρωτάει ο Απόστολος. Γράψε.
Ο Πανίσιος γράφει.
-Βλέπω πολύ καλά τώρα,
Την κάθε πόλη καθαρή στο ηλιοφώς να λάμπει
να δένουνε χρυσούς καρπούς και τα βουνά κι οι κάμποι.
Εσύ τι βλέπεις Απόστολε;
Ο Απόστολος γράφει:
-Βλέπω γαλέρες να’ρχονται καλούδια φορτωμένες,
με ζώνουνε δυο κοπελιές αχ αχ καταραμένες, ευλογημένες. (διαγράφεται το καταραμένες)
20-10-11