Τρεις μάνες κλαίνε θλιβερά στις μακρινές τις ΗΠΑ,
γιατί’ναι τα παιδάκια τους κλεισμένα σε μια τρύπα,
εκεί μακριά στο Κόσσοβο ή κάπου στη Σερβία,
που οι στρατιώτες οι εχθροί τα έπιασαν με βία.
Η καθεμιά τους χωριστά μπρεκ-φαστ στο σπίτι τρώει,
μα όλες μαζί εκπέμπουνε το ίδιο μοιρολόι,΄
-Εγώ παιδί μου σ’έστειλα τους σέρβους να σκοτώσεις
κι απ’τον κακό Μιλόσεβιτς εμάς να λευτερώσεις,
μα συ επήγες κι έπεσες στου τύραννου τη φάκα.
Πώς να σε πω λεβέντη μου;ηλίθιο ή μαλάκα,
όπως σε λέγαν τα παιδιά εδώ της γειτονιάς,
όταν εσύ καμάρωνες πως κάνεις για φονιάς;
Δίχως εσένα γιόκα μου η δόλια τι να κάμω
και τι να πω στη φίλη σου που μου μιλά για γάμο;
Άκουσε ο πρόεδρος ο Μπιλ των γυναικών το κλάμα
και είπε ‘’Πάσχα έρχεται,μπορεί να γίνει θάμμα.
Προσευχηθείτε όλες μαζί στη Παναγιά τη μάνα
κι η καθεμιά σας ας χτυπά της εκκλησιάς καμπάνα’’
Σα χριστιανός που το’λεγε, εισακούστη σαν πατέρας
κι οι προσευχές συγκίνησαν τον Σλόμπονταν, το τέρας.
‘’Κάτι θα κάνω, έλεγε, μα ως γνωστόν βεβαίως,
θα πρέπει ο συμβιβασμός να είναι αμοιβαίος’’.
Εξαίφνης ο Κυπριανού εισβάλλει στο παιχνίδι,
αφήνοντάς τον σύξυλο τον πρόεδρο Κληρίδη.
(Πάει να με μπλέξει, σκέφτηκε, ξέρει άραγεν τι κάνει,
που αλλοιώς σκέφτοντ’οι άνθρωποι κι αλλοιώς οι αμερικάνοι;)
Το μήνυμα ο Κυπριανού του σέρβου συλλαμβάνει
κι αμέσως με Ολυμπιακή ως την Αθήνα φτάνει.
‘’Καλήν εσπέραν έλληνες,στο Βελιγράδι πάω,
μα λίγο εδώ σταμάτησα δυο σάντουιτς να φάω’’.
Μα ως μίλαγε σα να’ τρωγε κανένα μαντολάτο,
τον τράνταξεν απότομα το μήνυμα του ΝΑΤΟ.΄
‘’Είμαι ο Κλαρκ ο γέρακας,κάτσε στ’αυγά σου Σπύρο
να μη σε βομβαρδίσουμε μαζί με τους τριγύρω.’’
Κι έτσι άδοξα τελείωσε μια δράση ειρηνική,
γιατί από χαμόγελα δε ξέρει η Αμερική.